Παναγιώτης Γαλάνης,
Δικηγόρος Περιβαλλοντικού – Πολεοδομικού Δικαίου,
Διδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ,
Εμπειρογνώμων Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης,
Μεταδιδάκτωρ Δικ. Περιβάλλοντος,
Διδάσκων Νομικής ΕΚΠΑ
Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
www.pgalanislaw.gr 

Η υποχρέωση διαγραφής προστίμου μετά από τη νομιμοποίηση αυθαίρετης κατασκευής ή χρήσης αποτελεί κρίσιμο ζήτημα εφαρμογής του πολεοδομικού δικαίου και της αρχής της χρηστής διοίκησης, ιδίως μετά την υιοθέτηση ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων για τη διαχείριση της αυθαίρετης δόμησης, όπως οι νόμοι 3843/2010, 4014/2011, 4178/2013 και ο ισχύων ν. 4495/2017. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν συγκεκριμένη διαδικασία υπαγωγής αυθαιρέτων σε καθεστώς τακτοποίησης ή νομιμοποίησης, με συνέπεια την αναστολή ή και οριστική διαγραφή των επιβληθέντων διοικητικών κυρώσεων και προστίμων για τακτοποιημένα ή νομιμοποιηθέντα ακίνητα.

Η βασική αρχή που διέπει το ζήτημα είναι ότι η επιτυχής ολοκλήρωση της διαδικασίας νομιμοποίησης, είτε με την υπαγωγή στο κατάλληλο καθεστώς του νόμου, είτε με την έκδοση οικοδομικής άδειας νομιμοποίησης, καθιστά ανενεργά τα προηγούμενα διοικητικά πρόστιμα που είχαν επιβληθεί για την ίδια αυθαίρετη κατασκευή ή χρήση. Η προβλεπόμενη ρύθμιση στο άρθρο 106 του ν. 4495/2017 ρητά ορίζει ότι από την ολοκλήρωση της υπαγωγής, ήτοι από την καταβολή του ενιαίου ειδικού προστίμου και τη συμπλήρωση όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών, διαγράφονται τα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης που είχαν επιβληθεί για το ίδιο ακίνητο και για την ίδια παράβαση.

Η υποχρέωση διαγραφής των προστίμων έχει διττή σημασία: αφενός προστατεύει τον πολίτη από την άδικη διπλή επιβάρυνση, αφετέρου διασφαλίζει τη σταθερότητα και τη δεσμευτικότητα των ευεργετικών διατάξεων που προβλέπει ο νόμος για την ένταξη των αυθαιρέτων σε καθεστώς τακτοποίησης. Η πρακτική σημασία είναι ότι μόλις ο ιδιοκτήτης ολοκληρώσει τη διαδικασία νομιμοποίησης και λάβει τη σχετική βεβαίωση από το πληροφοριακό σύστημα, δικαιούται να αιτηθεί τη διαγραφή των προστίμων που είχαν βεβαιωθεί και να απαιτήσει τη διακοπή κάθε πράξης είσπραξης, κατάσχεσης ή άλλης εκτελεστικής ενέργειας.

Ωστόσο, στην πράξη, η Διοίκηση και ιδίως οι Δήμοι που συχνά είναι οι αρμόδιοι για την έκδοση των σχετικών πράξεων, καθυστερούν να προχωρήσουν αυτεπαγγέλτως στη διαγραφή των προστίμων, ακόμη και όταν ο ενδιαφερόμενος έχει επιδείξει τη σχετική βεβαίωση νομιμοποίησης. Οι οικονομικές επιδιώξεις των ΟΤΑ, η διοικητική αβελτηρία ή η εσφαλμένη ερμηνεία της νομοθεσίας οδηγούν σε άρνηση ή παράλειψη διαγραφής, με συνέπεια ο ιδιοκτήτης να αναγκάζεται να προσφύγει διοικητικά ή και δικαστικά, ασκώντας ενδικοφανείς προσφυγές, προσφυγές ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων ή ακόμη και αγωγές αποζημίωσης λόγω παρανόμου πράξης ή παράλειψης.

Η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων είναι σαφής υπέρ της υποχρέωσης διαγραφής των προστίμων, εφόσον πληρούνται οι όροι νομιμοποίησης. Οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση του πολίτη θα αντέβαινε στην αρχή της αναλογικότητας και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, ιδίως όταν η ίδια η Πολιτεία έχει θεσπίσει μηχανισμό εξαγοράς της πολεοδομικής παρανομίας υπό όρους.

Επομένως, ο πολίτης που ολοκληρώνει τη διαδικασία νομιμοποίησης διαθέτει πλήρες δικαίωμα να αξιώσει τη διαγραφή των προστίμων από την αρμόδια ΥΔΟΜ ή ΟΤΑ, να ζητήσει τη διόρθωση της σχετικής εγγραφής στη φορολογική του εικόνα και σε περίπτωση άρνησης, να προσφύγει με τα ένδικα βοηθήματα που του παρέχει η διοικητική δικαιοσύνη. Παράλληλα, ορθό θα ήταν η Διοίκηση να θεσμοθετήσει μηχανισμό αυτόματης διαγραφής προστίμων από τη στιγμή που ολοκληρώνεται η υπαγωγή, ώστε να αποφεύγονται άσκοπες διοικητικές διαδικασίες και δικαστικές εμπλοκές που επιβαρύνουν τόσο τον πολίτη όσο και το κράτος.

Πηγή: news.b2green.gr