Δημήτρης Σκαφτούρος,
Δικηγόρος Περιβαλλοντικού – Πολεοδομικού Δικαίου,
Partner
 ENVLEX Group by Π. Γαλάνης,
Υ. Διδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ
www.pgalanislaw.gr,
Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η διάκριση μεταξύ οικοδομικής άδειας και άδειας μικρής κλίμακας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 του Ν. 4495/2017, αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο για την κατηγοριοποίηση των τεχνικών εργασιών και τη διασφάλιση της πολεοδομικής νομιμότητας. Ωστόσο, στην πράξη παρατηρείται αυξανόμενη τάση καταχρηστικής χρήσης των αδειών μικρής κλίμακας για εργασίες που κανονικά θα έπρεπε να υπαχθούν σε κανονική οικοδομική άδεια, με αποτέλεσμα την υπονόμευση του ελέγχου των κατασκευών και την έμμεση δημιουργία αυθαιρέτων.

Η άδεια μικρής κλίμακας, ως ειδικότερη μορφή διοικητικής έγκρισης, επιτρέπει την εκτέλεση περιορισμένων τεχνικών εργασιών χωρίς πλήρη οικοδομική άδεια. Περιλαμβάνει εργασίες όπως η κατασκευή πέργκολας, η τοποθέτηση ηλιακού θερμοσίφωνα, οι επισκευές όψεων, οι ελαιοχρωματισμοί και άλλες παρεμφερείς επεμβάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επηρεάζουν τη φέρουσα κατασκευή και δεν τροποποιούν ουσιώδη πολεοδομικά χαρακτηριστικά του κτιρίου.

Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι σε αρκετές περιπτώσεις, ιδίως σε παραθαλάσσιες και τουριστικές περιοχές, χρησιμοποιείται η άδεια μικρής κλίμακας για παρεμβάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια της επιτρεπόμενης χρήσης της. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις τοποθέτησης σταθερών μεταλλικών κατασκευών (τύπου σκίαστρων), η κατασκευή επιπλέον επιπέδων, η αλλαγή χρήσης του κτιρίου (π.χ. από κατοικία σε κατάστημα), ακόμη και η επέμβαση σε κοινόχρηστους ή αρχαιολογικά προστατευόμενους χώρους. Όλα τα παραπάνω πραγματοποιούνται συχνά με επίκληση μιας γενικής “άδειας μικρής κλίμακας”, χωρίς ο ουσιαστικός και ουτοπικός έλεγχος της ΥΔΟΜ.

Η σχετική νομολογία του ΣτΕ είναι ιδιαίτερα αυστηρή ως προς τη διάκριση των δύο τύπων εγκρίσεων. Σύμφωνα με τη ΣτΕ 3662/2005, “η οικοδομική άδεια αποτελεί ουσιώδη εγγύηση της πολεοδομικής νομιμότητας και η έλλειψή της καθιστά αυτοδικαίως αυθαίρετη την κατασκευή.” Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η χρήση άδειας μικρής κλίμακας για εργασίες που αλλοιώνουν τη μορφή ή τη χρήση του κτιρίου καθιστά την πράξη ακυρωτέα, ενώ ενδέχεται να εγείρει και ποινικές ευθύνες τόσο για τον ιδιοκτήτη όσο και για τον επιβλέποντα μηχανικό.

Επιπλέον, η χρήση άδειας μικρής κλίμακας για εργασίες σε κοινόχρηστους ή προστατευόμενους χώρους (π.χ. πεζοδρόμια, παραδοσιακοί οικισμοί, αρχαιολογικές ζώνες) έρχεται σε αντίθεση με το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3028/2002 (για την πολιτιστική κληρονομιά), αλλά και με τις κατευθύνσεις του άρθρου 24 Συντάγματος για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Το πρόβλημα επιτείνεται λόγω της απουσίας ουσιαστικού ελέγχου από τις ΥΔΟΜ, αλλά και της συχνής αδράνειας των ελεγκτικών μηχανισμών, γεγονός που δημιουργεί νοοτροπία ατιμωρησίας. Συχνά, ακόμη και μετά από αυτοψία, η Διοίκηση αρκείται στη διαπίστωση ότι υπάρχει “κάποια άδεια μικρής κλίμακας”, χωρίς να εξετάζεται αν η άδεια καλύπτει πράγματι τη φύση και την έκταση των εκτελεσθεισών εργασιών.

Συμπερασματικά, η χρήση της άδειας μικρής κλίμακας ως υποκατάστατο της κανονικής οικοδομικής άδειας συνιστά σοβαρή στρέβλωση της πολεοδομικής έννομης τάξης, και ελλοχεύει τον κίνδυνο δημιουργίας τετελεσμένων παράνομων κατασκευών. Απαιτείται άμεση κανονιστική παρέμβαση του ΥΠΕΝ για αυστηροποίηση των σχετικών προϋποθέσεων και ενίσχυση της λογοδοσίας των μηχανικών και των διοικητικών οργάνων. Η απλή αναγραφή του τίτλου “άδεια μικρής κλίμακας” δεν αρκεί – η διοίκηση οφείλει να ελέγχει αν η πράξη αντιστοιχεί πράγματι σε μικρής κλίμακας εργασία, σύμφωνα με τον νόμο και τη νομολογία.

Πηγή: pgalanislaw.gr/blog/