Παναγιώτης Γαλάνης,
Δικηγόρος Περιβαλλοντικού – Πολεοδομικού Δικαίου,
Διδάκτωρ και Μεταδιδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ,
Διδάσκων Νομικής ΕΚΠΑ
Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.,
www.pgalanislaw.gr

Γενική παρουσίαση ρυθμίσεων

Ο Ν. 5281/2026, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 28/25.2.2026, δεν αποτελεί μία ακόμη αποσπασματική παρέμβαση στο πεδίο της πολιτικής προστασίας. Πρόκειται για εκτεταμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών, με ταυτόχρονη τροποποίηση, μεταξύ άλλων, των ν. 4662/2020, 4555/2018, 4797/2021 και 5116/2024. Ο ίδιος ο σκοπός του νόμου αποτυπώνει ότι η νομοθετική επιλογή δεν περιορίζεται στην καταστολή του κινδύνου, αλλά εκτείνεται στην αναδιάταξη των επιχειρησιακών δομών, στη συγκέντρωση κρίσιμων δεδομένων, στη λογοδοσία και στην οργανωσιακή μάθηση του Εθνικού Μηχανισμού Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων.

Η πρώτη μεγάλη τομή του νόμου είναι ότι εισάγει σαφή μετατόπιση από τη λογική της εποχικής αντίδρασης σε ένα μοντέλο μόνιμου στρατηγικού σχεδιασμού. Στο πλαίσιο αυτό προστίθεται στον ν. 4662/2020 το άρθρο 9Α, με το οποίο θεσπίζεται Στρατηγικό Σχέδιο Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών δεκαετούς διάρκειας, εγκρινόμενο από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας μετά από πρόταση του Υπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας. Το Σχέδιο αυτό στηρίζεται σε εκτίμηση κινδύνου, χαρτογράφηση ζωνών υψηλής επικινδυνότητας και προγραμματισμό για μέσα, συντήρηση και επιχειρησιακή υποστήριξη. Με τον τρόπο αυτόν, η αντιπυρική πολιτική παύει να εξαντλείται σε ετήσιες αποσπασματικές δράσεις και αποκτά δεκαετές θεσμικό βάθος, στοιχείο που ενδιαφέρει ιδιαιτέρως και τη διοικητική πρακτική και τον δικαστικό έλεγχο της επάρκειας του σχεδιασμού.

Εξίσου κρίσιμη είναι η επιλογή του νομοθέτη να συνδέσει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό με μηχανισμούς αξιολόγησης και θεσμικής λογοδοσίας. Ο Ν. 5281/2026 συστήνει, αφενός, Επιτροπή επιστημονικής αξιολόγησης ιδιαίτερα μεγάλων πυρκαγιών και, αφετέρου, Επιτροπή Ετήσιου Απολογισμού Αντιπυρικής Περιόδου. Ιδίως ως ιδιαίτερα μεγάλη πυρκαγιά νοείται εκείνη που οδηγεί σε καύση άνω των 100.000 στρεμμάτων, εκ των οποίων τουλάχιστον το 50% θεωρούνται δασικά, ή προκαλεί ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις ή παρουσιάζει ιδιαίτερο επιστημονικό ή επιχειρησιακό ενδιαφέρον. Η δε ετήσια έκθεση απολογισμού περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, στοιχεία για δηλωθέντα και ελεγχθέντα καθαρισμένα οικόπεδα, κυρώσεις, προληπτικά μέτρα, αριθμό πυρκαγιών, καμένες εκτάσεις, αίτια, διαθεσιμότητα μέσων και διαλειτουργικότητα των εμπλεκομένων φορέων. Η σημασία αυτών των ρυθμίσεων είναι προφανής: για πρώτη φορά η διοικητική δράση οργανώνεται γύρω από μετρήσιμους δείκτες, συγκριτικά στοιχεία και υποχρέωση αποτίμησης, άρα και γύρω από ένα πεδίο ελέγξιμης διοικητικής επάρκειας.

Το δεύτερο επίπεδο μεταρρύθμισης αφορά την τοπική και περιφερειακή διοίκηση. Ο νόμος ενισχύει τις Περιφέρειες και τους Δήμους όχι απλώς ως φορείς συνδρομής, αλλά ως οργανικά ενταγμένους κρίκους του μηχανισμού πολιτικής προστασίας. Προβλέπεται η λειτουργία Περιφερειακών Κέντρων Διαχείρισης Κινδύνων, με αποστολή την υποστήριξη του ολοκληρωμένου σχεδιασμού, της πρόληψης, της ετοιμότητας και της επιχειρησιακής απόκρισης, καθώς και τη διαλειτουργικότητα μεταξύ Περιφέρειας, Δήμων και κεντρικού κράτους. Παράλληλα, με το άρθρο 18 του νόμου αναμορφώνονται τα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας των Δήμων, προβλέπεται επικαιροποίηση των τοπικών σχεδίων, δυνατότητα διαδημοτικής κατάρτισης σχεδίων και σύσταση Τοπικών Κέντρων Διαχείρισης Κινδύνων. Το κανονιστικό βάρος μεταφέρεται, έτσι, από την παθητική τοπική συμμετοχή σε ενεργό επιχειρησιακή και πληροφοριακή ένταξη των ΟΤΑ στον εθνικό μηχανισμό.

Ιδιαίτερη πρακτική σημασία έχουν και οι ρυθμίσεις για την καθημερινή επιχειρησιακή διαθεσιμότητα. Ο νόμος επιβάλλει καταχώριση και επικαιροποίηση οχημάτων πολιτικής προστασίας Περιφερειών και Δήμων στο Σύστημα Διαχείρισης Στόλου Οχημάτων GPS, με καθημερινή ενημέρωση ως προς τη διαθεσιμότητά τους. Επιπλέον, η Αυτοτελής Διεύθυνση Πολιτικής Προστασίας κάθε Περιφέρειας και το Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Προστασίας κάθε Δήμου τηρούν κατάλογο ή μητρώο διαθέσιμων μηχανημάτων έργου και χειριστών για έργα διάνοιξης και καθαρισμού αντιπυρικών ζωνών και αντιπλημμυρικών έργων. Πρόκειται για μεταβολή που, υπό διοικητική οπτική, ενισχύει τη δυνατότητα προληπτικής ετοιμότητας, αλλά υπό δικαιοκρατική οπτική καθιστά και ευχερέστερο τον μεταγενέστερο έλεγχο περί παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας ή περί πλημμελούς κινητοποίησης διαθέσιμων πόρων.

Ο Ν. 5281/2026 έχει, όμως, και σαφές περιβαλλοντικό και χωρικό αποτύπωμα. Στο πεδίο της πρόληψης δασικών πυρκαγιών θεσμοθετείται, υπό προϋποθέσεις, η προδιαγεγραμμένη καύση ως εργαλείο διαχείρισης της καύσιμης ύλης. Ο νόμος προβλέπει ότι η προδιαγεγραμμένη καύση σχεδιάζεται με τη συμμετοχή δασικών και περιβαλλοντικών υπηρεσιών και του Πυροσβεστικού Σώματος, σε συνεργασία με ερευνητικά ινστιτούτα με αποδεδειγμένη εμπειρία. Εάν η δράση χωροθετείται εντός προστατευόμενης περιοχής ή δύναται να την επηρεάσει, απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του ΟΦΥΠΕΚΑ. Περαιτέρω, η υλοποίηση σε ιδιωτικά δάση, ιδιωτικές δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις και βοσκήσιμες γαίες προϋποθέτει, καταρχήν, έγγραφη συναίνεση των κυρίων ή νομίμων κατόχων, ενώ ελλείψει αυτής επιτρέπεται επέμβαση υπό ειδικές διοικητικές προϋποθέσεις και ρητή αιτιολόγηση αναγκαιότητας. Η ρύθμιση αυτή είναι αξιοπρόσεκτη διότι επιχειρεί να συνθέσει την ανάγκη προληπτικής διαχείρισης με την περιβαλλοντική προστασία και με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτάσεων.

Συναφώς, ο νόμος αναγνωρίζει και την ελεγχόμενη βόσκηση ως ειδικό μέτρο πρόληψης δασικών πυρκαγιών, εντάσσοντάς την σε διαχειριστικά σχέδια και επιτρέποντας, υπό προϋποθέσεις, την υπαγωγή ακόμη και περιοχών που δεν χρησιμοποιούνταν έως τότε για βόσκηση, όταν τούτο εξυπηρετεί σκοπούς πρόληψης. Η νομοθετική αυτή επιλογή καταδεικνύει ότι η πολιτική προστασία αντιμετωπίζεται πλέον σε άμεση διασύνδεση με εργαλεία διαχείρισης του τοπίου, της βιοποικιλότητας και της αγροδασικής χρήσης του χώρου. Για τον νομικό της διοίκησης και του περιβάλλοντος, το ενδιαφέρον έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διακλαδική σύζευξη: η πρόληψη δεν νοείται πλέον μόνο ως έκτακτη διοικητική δράση, αλλά και ως διαρκής οικολογική και χωρική διαχείριση.

Ένα από τα σημεία του νόμου με τη μεγαλύτερη άμεση κοινωνική και διοικητική απήχηση είναι οι νέες ρυθμίσεις για τον καθαρισμό οικοπέδων και λοιπών ακάλυπτων χώρων. Στο νέο άρθρο 53ΙΔ του ν. 4662/2020 ορίζεται ότι οι ιδιοκτήτες, νομείς, επικαρπωτές, μισθωτές και υπομισθωτές οφείλουν από 1η Απριλίου έως 15η Ιουνίου κάθε έτους να εκπληρώνουν την υποχρέωση καθαρισμού και να τη συντηρούν έως το τέλος της αντιπυρικής περιόδου. Η υποχρέωση καταλαμβάνει περιοχές εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων, εντός ορίων οικισμών χωρίς σχέδιο, εκτάσεις εντός ακτίνας 100 μέτρων από τα όρια των ανωτέρω περιοχών εφόσον δεν υπάγονται στη δασική νομοθεσία, καθώς και εκτός σχεδίου γήπεδα με κτίσμα, επίσης εφόσον δεν υπάγονται στη δασική νομοθεσία σύμφωνα με τον δασικό χάρτη. Η ρητή σύνδεση με τον δασικό χάρτη λειτουργεί ως κρίσιμο κριτήριο οριοθέτησης του πεδίου εφαρμογής και αναμένεται να περιορίσει ερμηνευτικές αμφισβητήσεις ως προς το αν μία έκταση εμπίπτει πράγματι στο καθεστώς καθαρισμού.

Παράλληλα, το ίδιο άρθρο αποσαφηνίζει την αρμοδιότητα των δήμων και του Πυροσβεστικού Σώματος. Οι δήμοι οφείλουν έως 31 Μαΐου να ενημερώνουν τους υπόχρεους και από 16 Ιουνίου έως 31 Οκτωβρίου να διενεργούν δειγματοληπτικούς ελέγχους, ενώ οι υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος επιλαμβάνονται κατόπιν καταγγελιών κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, επιβάλλουν το πρόστιμο και ενημερώνουν τον οικείο δήμο για τον αυτεπάγγελτο καθαρισμό. Συναφώς, το άρθρο 44 αντικαθιστά τη σχετική διάταξη του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και αναγνωρίζει ρητώς στους δήμους αρμοδιότητες ενημέρωσης, ελέγχου, επιβολής διοικητικών κυρώσεων και αυτεπάγγελτου καθαρισμού. Η νέα ρύθμιση έχει διττή σημασία: αφενός προσδιορίζει καθαρότερα την κατανομή αρμοδιοτήτων και, αφετέρου, ενισχύει το κανονιστικό υπόβαθρο για διοικητική ευθύνη σε περίπτωση αδράνειας.

Δεν πρέπει επίσης να υποτιμηθεί η ενίσχυση του κατασταλτικού και ανακριτικού σκέλους του μηχανισμού. Ο Ν. 5281/2026 προβλέπει Μητρώο Πιστοποιημένων Εμπειρογνωμόνων Πυρκαγιών και Εθνική Ομάδα Εμπειρογνωμόνων Εμπρησμών, με εκπαίδευση και πιστοποίηση βάσει διεθνών προτύπων από την Πυροσβεστική Ακαδημία ή άλλους πιστοποιημένους φορείς. Τα μέλη της Ομάδας συνδράμουν τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού και τις αντίστοιχες υπηρεσίες σε σοβαρές υποθέσεις εμπρησμού, παρέχοντας επιστημονικές γνωματεύσεις, ενώ δύνανται να περιλαμβάνονται και στον πίνακα πραγματογνωμόνων κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το στοιχείο αυτό ενισχύει όχι μόνο την αποδεικτική και ανακριτική ικανότητα της διοίκησης, αλλά και τη γέφυρα μεταξύ επιχειρησιακής δράσης, επιστημονικής τεκμηρίωσης και ποινικής διαδικασίας.

Από συστηματική άποψη, ο Ν. 5281/2026 εμφανίζει ένα σαφές νομοτεχνικό και θεσμικό πρότυπο: συνδυάζει στρατηγικό σχεδιασμό, περιφερειακή και τοπική επιχειρησιακή οργάνωση, διαλειτουργικά πληροφοριακά εργαλεία, προληπτική περιβαλλοντική διαχείριση, ενισχυμένο μηχανισμό ελέγχων και δομημένη παραγωγή επιχειρησιακής γνώσης. Αυτό ακριβώς είναι και το κύριο χαρακτηριστικό του. Δεν αρκείται στη θεσμοθέτηση νέων οργάνων, αλλά επιδιώκει να καταστήσει ελέγξιμη την αποτελεσματικότητα της διοίκησης μέσα από σχέδια, εκθέσεις, μητρώα, δείκτες και σαφείς αρμοδιότητες. Για τη διοικητική πρακτική, για τους ΟΤΑ, για τους τεχνικούς συμβούλους και για όσους χειρίζονται υποθέσεις ευθύνης του Δημοσίου ή ελέγχου κανονιστικής και ατομικής διοικητικής δράσης, ο νόμος αυτός ανοίγει ένα νέο πεδίο εφαρμογής, στο οποίο η πρόληψη παύει να είναι πολιτική διακήρυξη και μετατρέπεται σε θεσμικά προσδιορισμένη και νομικά αξιολογήσιμη υποχρέωση.

Τι αλλάζει στην πράξη;

Στην πράξη, ο Ν. 5281/2026 αλλάζει κυρίως τέσσερα πράγματα: μεταφέρει το βάρος από την αποσπασματική αντίδραση στην οργανωμένη πρόληψη, κατεβάζει περισσότερες αρμοδιότητες και υποχρεώσεις στους ΟΤΑ, αυστηροποιεί και συγκεκριμενοποιεί το καθεστώς καθαρισμού οικοπέδων και ταυτόχρονα κάνει πολύ πιο ελέγξιμη τη διοικητική αδράνεια. Αυτό προκύπτει από τη δομή του ίδιου του νόμου, ιδίως από τα άρθρα 11 έως 23 για τον σχεδιασμό και την επιχειρησιακή οργάνωση, τα άρθρα 36 έως 44 για τα μέτρα πρόληψης και τα άρθρα 28 έως 35 για τη διερεύνηση εμπρησμών.

Για τον ιδιώτη ιδιοκτήτη, η βασική αλλαγή είναι ότι η υποχρέωση καθαρισμού οικοπέδων και ακάλυπτων χώρων παύει να λειτουργεί ως γενική και κάπως αόριστη υποχρέωση και αποκτά αυστηρότερο και ειδικότερο διοικητικό πλαίσιο. Ο νόμος ρυθμίζει ειδικά το Εθνικό Μητρώο Τήρησης Μέτρων Προληπτικής Πυροπροστασίας Ιδιοκτησιών και την υποβολή δηλώσεων καθαρισμού, ενώ εισάγει ιδιαίτερο άρθρο για τις υποχρεώσεις καθαρισμού, τη διαδικασία ελέγχων και τις κυρώσεις. Άρα, πρακτικά, ο υπόχρεος δεν βρίσκεται πλέον απέναντι σε μια απλή σύσταση επιμέλειας, αλλά σε οργανωμένο μηχανισμό δήλωσης, ελέγχου και προστίμων.

Για τους δήμους, η διαφορά είναι ακόμη πιο έντονη. Δεν περιορίζονται πλέον σε βοηθητικό ρόλο, αλλά αποκτούν σαφώς τυποποιημένες αρμοδιότητες ενημέρωσης των υπόχρεων, ελέγχου, επιβολής διοικητικών κυρώσεων και αυτεπάγγελτου καθαρισμού. Επομένως, όταν ένας δήμος δεν κινείται εγκαίρως, το πρόβλημα δεν θα μπορεί πλέον να καλύπτεται εύκολα πίσω από οργανωτική ασάφεια, διότι ο νόμος τοποθετεί ρητά τις σχετικές αρμοδιότητες στο πεδίο ευθύνης του. Αυτό έχει και προφανή σημασία για τη διοικητική ευθύνη, για πειθαρχικό έλεγχο και, σε οριακές περιπτώσεις, για αξιώσεις αποζημίωσης.

Για τις περιφέρειες και συνολικά τον μηχανισμό πολιτικής προστασίας, το ουσιώδες νέο στοιχείο είναι η επιχειρησιακή θεσμοποίηση. Ο νόμος προβλέπει επικαιροποίηση περιφερειακών και τοπικών σχεδίων, σύσταση Περιφερειακών Κέντρων Διαχείρισης Κινδύνων, Τοπικών Κέντρων Επιχειρήσεων Δήμων, ψηφιακή αποτύπωση και ηλεκτρονική τήρηση των σχεδίων, καθώς και αναδιάρθρωση της εθνικής βάσης δεδομένων κινδύνων, απειλών και απωλειών. Έτσι, η διοίκηση περνά από το μοντέλο του χαρτιού και της αποσπασματικής συνεννόησης σε σύστημα προετοιμασμένων σχεδίων, ψηφιακών δεδομένων και διαρκούς ενημέρωσης.

Στο καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο, ο νόμος εισάγει Στρατηγικό Σχέδιο Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών, Κανόνες Εμπλοκής του Πυροσβεστικού Σώματος, Σύστημα Διοίκησης Συμβάντων και Επιχειρησιακό Κέντρο Συμβάντων. Αυτό σημαίνει ότι, σε μια μεγάλη πυρκαγιά ή άλλη σοβαρή καταστροφή, η κρατική δράση οφείλει πλέον να ακολουθεί προκαθορισμένη δομή διοίκησης και όχι απλή ad hoc διαχείριση. Σε πρακτικούς όρους, αλλάζει ο τρόπος λήψης αποφάσεων στο πεδίο, η κατανομή ευθύνης και η δυνατότητα εκ των υστέρων ελέγχου για το ποιος όφειλε να πράξει τι και πότε.

Σημαντική είναι και η μεταβολή στη λογική της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών. Ο Ν. 5281/2026 δεν μένει στον καθαρισμό οικοπέδων, αλλά θεσμοθετεί εργαλεία όπως η προδιαγεγραμμένη καύση, η ελεγχόμενη χρήση πυρός και η ελεγχόμενη βόσκηση για την πρόληψη πυρκαγιών. Άρα, πρακτικά, η πρόληψη παύει να νοείται μόνο ως διοικητική απαγόρευση ή μόνο ως αποψίλωση, και συνδέεται με ενεργητική διαχείριση καύσιμης ύλης και τοπίου. Αυτό ενδιαφέρει ιδιαίτερα όσους κινούνται στο όριο περιβαλλοντικού, δασικού και διοικητικού δικαίου, γιατί δημιουργεί νέο πεδίο αδειοδοτήσεων, ελέγχων και συγκρούσεων με ιδιοκτησιακά ή περιβαλλοντικά καθεστώτα.

Άλλη ουσιαστική αλλαγή είναι η έμφαση στη λογοδοσία και στην εξαγωγή επιχειρησιακών διδαγμάτων. Ο νόμος συστήνει Επιτροπή επιστημονικής αξιολόγησης ιδιαίτερα μεγάλων πυρκαγιών και Επιτροπή Ετήσιου Απολογισμού Αντιπυρικής Περιόδου. Αυτό σημαίνει ότι μετά από μεγάλα συμβάντα δεν θα αρκεί πλέον μια πολιτική αποτίμηση ή μια αόριστη δημόσια συζήτηση, αλλά θα υπάρχει θεσμικά προβλεπόμενη διαδικασία αξιολόγησης. Άρα, για μελλοντικές δίκες, κοινοβουλευτικό έλεγχο ή προσβολή παραλείψεων της διοίκησης, θα υπάρχουν πολύ περισσότερα επίσημα δεδομένα.

Στο πεδίο των εμπρησμών, ο νόμος ενισχύει τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού, αναδιαρθρώνει τα ανακριτικά κλιμάκια και θεσπίζει Μητρώο Πιστοποιημένων Εμπειρογνωμόνων Πυρκαγιών και Εθνική Ομάδα Εμπειρογνωμόνων Εμπρησμών. Η πρακτική συνέπεια είναι ότι η διερεύνηση των αιτίων μιας πυρκαγιάς αποκτά περισσότερο εξειδικευμένο, τεχνικό και αποδεικτικά οργανωμένο χαρακτήρα. Επομένως, αλλάζει όχι μόνο η πρόληψη, αλλά και η τεκμηρίωση ευθυνών σε ποινικό, διοικητικό και αστικό επίπεδο.

Μετά τον Ν. 5281/2026 θα είναι πολύ ευκολότερο να ελεγχθεί αν υπήρχε σχέδιο, αν τηρήθηκε, αν υπήρχε διαθέσιμο μέσο, αν είχε δηλωθεί, αν ο δήμος ενημέρωσε, αν έκανε έλεγχο, αν επέβαλε κύρωση, αν προχώρησε σε αυτεπάγγελτο καθαρισμό και αν η κεντρική ή αποκεντρωμένη διοίκηση ενεργοποίησε τους προβλεπόμενους μηχανισμούς. Δηλαδή, ο νόμος αυξάνει τη διοικητική πυκνότητα των υποχρεώσεων και, μαζί, αυξάνει την ένταση του δικαστικού και νομικού ελέγχου.

Αν ζητούμενο είναι η απολύτως συμπυκνωμένη αποτύπωση, αυτή έχει ως εξής: περισσότερες ρητές υποχρεώσεις για ιδιοκτήτες, βαρύτερος και πιο συγκεκριμένος ρόλος για δήμους και περιφέρειες, περισσότερο ψηφιακός και διαλειτουργικός μηχανισμός, νέα εργαλεία ενεργητικής πρόληψης στο δασικό χώρο και πολύ ευκολότερη απόδειξη διοικητικής επάρκειας ή ανεπάρκειας μετά από ένα συμβάν.

Η επίδραση στο Δασικό Δίκαιο των νέων ρυθμίσεων

Στο στενό πεδίο του δασικού δικαίου, ο Ν. 5281/2026 δεν μεταβάλλει τον πυρήνα του καθεστώτος χαρακτηρισμού των εκτάσεων, ούτε αναμορφώνει το σύστημα των δασικών χαρτών ή το γενικό πλαίσιο του ν. 998/1979 ως προς το τι είναι δάσος, δασική έκταση ή χορτολιβαδική έκταση. Η ουσιαστική του επέμβαση βρίσκεται αλλού: εισάγει νέα διαχειριστικά εργαλεία πρόληψης και καταστολής δασικών πυρκαγιών μέσα στο δασικό και παραδασικό χώρο, και τα εντάσσει θεσμικά στη λειτουργία των δασικών υπηρεσιών.

  1. Η σημαντικότερη αλλαγή είναι η θεσμοθέτηση της προδιαγεγραμμένης καύσης. Για πρώτη φορά ορίζεται νομοθετικά ως προγραμματισμένη και ελεγχόμενη χρήση της φωτιάς σε καθορισμένη περιοχή, υπό συγκεκριμένες συνθήκες και προδιαγραφές, με σκοπούς όπως η διαχείριση της δασικής βλάστησης σε δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις ή βοσκήσιμες γαίες, η πρόληψη δασικών πυρκαγιών, η βελτίωση οικοτόπων και βοσκήσιμων γαιών, η προστασία της βιοποικιλότητας και η αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ξενικών ειδών. Αυτό σημαίνει ότι το δασικό δίκαιο αποκτά πλέον θετικό εργαλείο ενεργητικής διαχείρισης της καύσιμης ύλης, αντί να κινείται μόνο με απαγορεύσεις και κατασταλτικές παρεμβάσεις μετά το συμβάν.
  2. Δεύτερη κρίσιμη μεταβολή είναι ότι ο σχεδιασμός αυτής της καύσης δεν ανατίθεται αποκλειστικά στην πυροσβεστική ή αποκλειστικά στη δασική διοίκηση, αλλά συγκροτείται ως κοινή αρμοδιότητα των κατά τόπον αρμόδιων δασικών υπηρεσιών και των Περιφερειακών Πυροσβεστικών Διοικήσεων, βάσει μελετών, με δημόσια διαβούλευση τουλάχιστον ενός μήνα στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Επομένως, η δασική υπηρεσία δεν είναι πλέον απλός γνωμοδοτικός ή περιφερειακός κρίκος, αλλά κεντρικός φορέας σχεδιασμού και ευθύνης σε μια νέα κατηγορία προληπτικών παρεμβάσεων.
  3. Τρίτη αλλαγή είναι η θεσμική σύνδεση αυτών των νέων εργαλείων με τα παραδοσιακά μέσα του δασικού δικαίου. Ο νόμος ορίζει ότι οι μελέτες προδιαγεγραμμένης καύσης, μετά την πρώτη επταετία, εντάσσονται υποχρεωτικά στα δασικά διαχειριστικά σχέδια και, κατά περίπτωση, στα σχέδια αντιπυρικής προστασίας που έχουν καταρτιστεί από τη δασική υπηρεσία. Αν οι μελέτες αποσκοπούν στη βελτίωση βοσκήσιμων γαιών, εντάσσονται στα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης. Άρα, η πρόληψη πυρκαγιών δεν μένει σε παράλληλο καθεστώς πολιτικής προστασίας, αλλά ενσωματώνεται στον κορμό της δασικής διαχείρισης.
  4. Τέταρτη αλλαγή αφορά την επέμβαση σε ιδιωτικά δάση και ιδιωτικές δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις. Η υλοποίηση της προδιαγεγραμμένης καύσης επιτρέπεται κατ’ αρχήν με έγγραφη συναίνεση του κυρίου ή νομίμου κατόχου. Αν αυτή δεν δοθεί, ο νόμος επιτρέπει την επέμβαση με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 16 του ν. 998/1979 περί ειδικών δασοτεχνικών έργων, με κοινή απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών ή του Δασαρχείου και του Διοικητή της Περιφερειακής Πυροσβεστικής Διοίκησης, εφόσον αιτιολογείται ρητά η αναγκαιότητα για την προστασία του οικείου οικοσυστήματος. Αυτό συνιστά σοβαρή πρακτική μεταβολή, επειδή διευρύνει τη δυνατότητα διοικητικής επέμβασης σε ιδιωτικό δασικό χώρο για προληπτικούς λόγους, με δασική όμως συνυπογραφή και αιτιολογητική επιβάρυνση.
  5. Πέμπτη αλλαγή είναι ότι η ελεγχόμενη βόσκηση αναγνωρίζεται ρητά ως ειδικό μέτρο πρόληψης δασικών πυρκαγιών. Ο νόμος τη συνδέει με τη μείωση της καύσιμης ύλης, τη δημιουργία ζωνών πυρασφάλειας, την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων και τη διατήρηση ή αποκατάσταση της βιοποικιλότητας. Η εφαρμογή της μπορεί να γίνεται όχι μόνο στο πλαίσιο του ν. 4351/2015 για τις βοσκήσιμες γαίες, αλλά και όταν προβλέπεται στα οικεία δασικά διαχειριστικά σχέδια ή στις δασικές διαχειριστικές μελέτες, καθώς και σε ορισμένους τύπους οικοτόπων με εξειδικευμένη μελέτη του ΟΦΥΠΕΚΑ. Ειδικά σημαντικό είναι ότι, κατ’ εξαίρεση, μπορούν να υπαχθούν σε καθεστώς ελεγχόμενης βόσκησης αποκλειστικά για λόγους πρόληψης δασικών πυρκαγιών και περιοχές που δεν χρησιμοποιούνταν προηγουμένως για βόσκηση, υπό την προϋπόθεση εκπόνησης και έγκρισης των αναγκαίων σχεδίων. Εδώ υπάρχει σαφής μετατόπιση από τη βόσκηση ως αγροτική χρήση στη βόσκηση ως δασοπροστατευτικό εργαλείο.
  6. Έκτη αλλαγή βρίσκεται στη σχέση δασικού δικαίου και προστατευόμενων περιοχών. Αν η προδιαγεγραμμένη καύση υλοποιείται εντός προστατευόμενης περιοχής του άρθρου 19 του ν. 1650/1986 ή μπορεί να την επηρεάσει, απαιτείται σύμφωνη γνώμη του ΟΦΥΠΕΚΑ. Αυτό δείχνει ότι ο νομοθέτης δεν αντιμετωπίζει την αντιπυρική πρόληψη ως λόγο αυτομάτως υπέρτερο της περιβαλλοντικής προστασίας, αλλά ως διαχειριστική πράξη που πρέπει να εναρμονίζεται με το καθεστώς προστασίας οικοτόπων και ειδών.
  7. Έβδομη πρακτική μεταβολή είναι ότι το δασικό δίκαιο αποκτά ισχυρότερη σύνδεση με δεδομένα κινδύνου και όχι μόνο με στατική χωρική ταξινόμηση. Τόσο η προδιαγεγραμμένη καύση όσο και η ελεγχόμενη βόσκηση συνδέονται με τον Εθνικό Χάρτη Εκτίμησης Κινδύνου Δασικών Πυρκαγιών. Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση των δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων αρχίζει να εξαρτάται περισσότερο από δυναμικά δεδομένα κινδύνου και λιγότερο μόνο από τη νομική κατηγορία της έκτασης.
  8. Όγδοη μεταβολή αφορά τη σύνδεση του νέου πλαισίου με τους δασικούς χάρτες, αλλά εδώ η αλλαγή είναι πιο έμμεση. Ο νόμος δεν τροποποιεί το καθεστώς κύρωσης ή διόρθωσης δασικών χαρτών. Όμως, στις διατάξεις για τον καθαρισμό οικοπέδων, χρησιμοποιεί ρητά τον δασικό χάρτη της περιοχής ως κριτήριο για το αν μια έκταση υπάγεται ή όχι στη δασική νομοθεσία. Έτσι, ο δασικός χάρτης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πρακτική σημασία ως εργαλείο οριοθέτησης διοικητικών υποχρεώσεων αντιπυρικής πρόληψης.

Η πιο συμπυκνωμένη αποτύπωση είναι η εξής: στο δασικό δίκαιο ο Ν. 5281/2026 δεν αλλάζει το καθεστώς νομικού χαρακτηρισμού των εκτάσεων, αλλά αλλάζει βαθιά τη διαχείρισή τους. Εισάγει προδιαγεγραμμένη καύση, επεκτείνει την ελεγχόμενη βόσκηση, επιτρέπει υπό όρους διοικητική επέμβαση και σε ιδιωτικά δάση, εντάσσει τα νέα μέτρα στα δασικά διαχειριστικά σχέδια, συνδέει τη δασική διοίκηση με την πυροσβεστική σε κοινό σχήμα λήψης αποφάσεων και χρησιμοποιεί περισσότερο τόσο τον Εθνικό Χάρτη Κινδύνου όσο και τον δασικό χάρτη ως επιχειρησιακά και κανονιστικά σημεία αναφοράς.

Χρήσιμη είναι και μία προσεκτική παρατήρηση: οι νέες ρυθμίσεις πιθανόν να εγκυμονήσουν στο εξής νομικές τριβές όχι στο επίπεδο του χαρακτηρισμού της έκτασης, αλλά στο επίπεδο της αιτιολογίας της επέμβασης, της συμβατότητας με διαχειριστικά σχέδια, της σχέσης με προστατευόμενες περιοχές και της στάθμισης μεταξύ πρόληψης πυρκαγιάς, ιδιοκτησίας και οικολογικής ακεραιότητας.

Μπορείτε να κατεβάσετε τον Ν. 5281/2026 από εδώ

Πηγή: news.b2green.gr