
Πάνω από 3 εκατομμύρια είναι οι κατοικίες σήμερα που για να μείνουν εντός κτηματαγοράς χρειάζεται να αναβαθμιστούν μέσα στην πενταετία ενεργειακά και λειτουργικά. Η γήρανση των κατοικιών, η ενεργειακή φτώχεια και η στεγαστική πίεση αναδεικνύουν τις ενεργειακές ανακαινίσεις του κτιριακού αποθέματος σε ζήτημα πρώτης προτεραιότητας. Παράλληλα σημειώνονται μεγάλα προβλήματα, καθυστερήσεις και δυσκολίες στα προγράμματα «Εξοικονομώ», αφήνοντας μεγάλο μέρος των νοικοκυριών εκτός χρηματοδότησης.
-«Είναι σημαντικό να μη γίνονται συνεχείς αλλαγές στις οδηγίες των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης, διότι τελικά γεννούν πρόσθετη γραφειοκρατία, καθυστερήσεις και αβεβαιότητα στην αγορά και στους ιδιοκτήτες. Πρέπει να εκδοθεί ένας ενιαίος οδηγός, που να ισχύει διαχρονικά, ώστε να είναι εκ των προτέρων γνωστοί οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής και κάθε φορά που υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια να απορροφώνται προς αυτήν την κατεύθυνση» τονίζει ο πρόεδρος του ΤΕΕ Γιώργος Στασινός, σε δήλωση του στην «Καθημερινή».
Γηρασμένο κτιριακό απόθεμα και αυξανόμενες ανάγκες
Σχεδόν τα δύο τρίτα των κατοικιών στην Ελλάδα έχουν κατασκευαστεί πριν το 1990, ενώ μόλις ένα πολύ μικρό ποσοστό έχει ανεγερθεί μετά την οικονομική κρίση. Η πολυετής επενδυτική υποχώρηση, κατά τη διάρκεια της κρίσης, οδήγησε σε σημαντική γήρανση του κτιριακού αποθέματος και σε έλλειψη ανανέωσης, σύμφωνα με μελέτη της Alpha Bank
Η εικόνα αυτή μεταφράζεται σε αυξημένες ανάγκες για παρεμβάσεις. Εκτιμάται ότι έξι στις δέκα κύριες κατοικίες απαιτούν ενεργειακή αναβάθμιση, γεγονός που συνδέεται άμεσα τόσο με την ενεργειακή κατανάλωση όσο και με το κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών. Παράλληλα, το υψηλό ποσοστό κενών κατοικιών, που φτάνει το 35%, συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το κόστος ανακαίνισης και τις δυσκολίες αξιοποίησής τους.
Στεγαστική πίεση και επενδυτικό κενό
Η ίδια μελέτη αναδεικνύει ότι η Ελλάδα, παρά το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, αντιμετωπίζει έντονη στεγαστική κρίση. Η ζήτηση για κατοικία, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, αυξάνεται με ταχύτερους ρυθμούς από την προσφορά, οδηγώντας σε άνοδο των τιμών αγοράς και ενοικίων.
Η συγκέντρωση του πληθυσμού σε περιοχές όπως η Αττική εντείνει την πίεση, ενώ η περιορισμένη κατασκευαστική δραστηριότητα της προηγούμενης δεκαετίας έχει δημιουργήσει ένα σημαντικό επενδυτικό κενό. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ανακαινίσεις αναδεικνύονται ως βασικός μοχλός ενίσχυσης της προσφοράς κατοικιών.
Τα εμπόδια της ενεργειακής φτώχειας
Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία της έρευνας της ΕΚΠΟΙΖΩ, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού έργου REVERTER, αποτυπώνουν τη δύσκολη πραγματικότητα των νοικοκυριών, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων.
Η έρευνα βασίστηκε σε 790 επισκέψεις σε κατοικίες της Αττικής και ανέδειξε σοβαρές ελλείψεις στις υποδομές. Μόλις το 11,4% των κατοικιών διαθέτει μονωμένους τοίχους, ενώ η πλειονότητα χρησιμοποιεί παλαιά κουφώματα με χαμηλή ενεργειακή απόδοση. Σημαντικό ποσοστό των νοικοκυριών εξακολουθεί να εξαρτάται από συστήματα θέρμανσης με πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, ενώ σχεδόν επτά στα δέκα χρησιμοποιούν επιπλέον συσκευές, κυρίως κλιματιστικά.
Η οικονομική διάσταση είναι καθοριστική. Περισσότερο από το 50% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες, ενώ τα χαμηλά εισοδήματα οδηγούν σε περιορισμό ακόμα και βασικών δαπανών, όπως η θέρμανση, η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και τα τρόφιμα. Ταυτόχρονα, περίπου το 80% των νοικοκυριών καταγράφεται ως ενεργειακά ευάλωτο, αντιμετωπίζοντας προβλήματα θερμικής άνεσης, υγρασίας ή καθυστερήσεων στην πληρωμή λογαριασμών.
Περιορισμένη πρόσβαση στα προγράμματα «Εξοικονομώ»
Τα ίδια δεδομένα καταδεικνύουν ότι η πρόσβαση στα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης παραμένει περιορισμένη. Περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να ενταχθούν σε πρόγραμμα επιδότησης.
Οι βασικοί λόγοι σχετίζονται με την οικονομική αδυναμία συμμετοχής, καθώς ακόμη και με επιδότηση απαιτείται ίδια συμμετοχή. Το 33,7% θεωρεί ότι το ποσοστό επιδότησης είναι ανεπαρκές, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό δεν έχει πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό. Συνολικά, εκτιμάται ότι περίπου το 67% των νοικοκυριών δεν μπορεί να συμμετάσχει για οικονομικούς λόγους.
Παράλληλα, η γραφειοκρατία, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών και η έλλειψη ενημέρωσης λειτουργούν αποτρεπτικά. Αξιοσημείωτο είναι ότι ένα μέρος των πολιτών δεν πιστεύει ότι η εξοικονόμηση ενέργειας θα είναι επαρκής για να δικαιολογήσει το κόστος των παρεμβάσεων.
Προβλήματα σχεδιασμού και υλοποίησης
Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι, πέρα από τα κοινωνικά και οικονομικά εμπόδια, υπάρχουν και ζητήματα στον σχεδιασμό των προγραμμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Εξοικονομώ 2025», το οποίο προκηρύχθηκε τον Απρίλιο του 2025, αλλά οι πρώτες υπαγωγές ανακοινώθηκαν τον Δεκέμβριο, δημιουργώντας σημαντικές καθυστερήσεις στην αγορά.
Παρότι ο προϋπολογισμός αυξήθηκε σημαντικά, φτάνοντας τα 924 εκατ. ευρώ, εκφράζονται ανησυχίες ότι μέρος των πόρων, ιδίως από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενδέχεται να μην απορροφηθεί λόγω των αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων. Η αργή υλοποίηση και η αβεβαιότητα επηρεάζουν αρνητικά τόσο τους ιδιοκτήτες όσο και τον κατασκευαστικό κλάδο.
Η ανάγκη για νέα χρηματοδοτικά εργαλεία
Τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών δεν αποτελεί μόνο τεχνικό ζήτημα, αλλά και ζήτημα κοινωνικής πολιτικής και χρηματοδότησης. Το κόστος των ριζικών ανακαινίσεων παραμένει υψηλό, ενώ η δυνατότητα των νοικοκυριών να συνεισφέρουν είναι περιορισμένη.
Η ανάγκη για νέα χρηματοδοτικά εργαλεία είναι πλέον εμφανής. Μεταξύ των προτάσεων που διατυπώνονται περιλαμβάνονται η αύξηση των ποσοστών επιδότησης, ιδίως για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, ακόμη και έως το 100% του κόστους, η απλοποίηση των διαδικασιών και η ενίσχυση της ενημέρωσης.
Παράλληλα, επισημαίνεται η σημασία της συμμετοχής των δήμων και τοπικών φορέων, καθώς και η δημιουργία υπηρεσιών υποστήριξης για τους πολίτες, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβασή τους στα προγράμματα.
Ανακαινίσεις ως μοχλός κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής
Συνολικά, η αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος αναδεικνύεται ως κρίσιμο εργαλείο τόσο για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας όσο και για τη στήριξη της στεγαστικής αγοράς. Η αξιοποίηση των κενών κατοικιών, η μείωση του ενεργειακού κόστους και η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης αποτελούν αλληλένδετους στόχους.
Ωστόσο, χωρίς ένα πιο ευέλικτο, κοινωνικά στοχευμένο και επαρκώς χρηματοδοτούμενο πλαίσιο, η πλειονότητα των νοικοκυριών κινδυνεύει να μείνει εκτός της πράσινης μετάβασης. Οι ανακαινίσεις δεν αποτελούν πλέον μόνο επενδυτική επιλογή, αλλά βασική προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή.
Σχετικά Άρθρα
- Οι μηχανικοί «εξιλαστήρια θύματα» δυσλειτουργιών στα «Εξοικονομώ»
- ΤΕΕ/ΤΚΜ: τα πέντε “αγκάθια” στα προγράμματα “Εξοικονομώ”
- «Εξοικονομώ» και ενισχυμένες φοροαπαλλαγές για αναβάθμιση κτιρίων
- «Εξοικονομώ 2021»: γιατί δόθηκε παράταση ολοκλήρωσης εργασιών
- Στο ΥΠΕΝ παράταση προθεσμιών για πέντε ενεργειακά προγράμματα
- Από τα Εξοικονομώ μετ΄εμποδίων, σε Mega Εξοικονομώ 100.000 κατοικιών ετησίως
Πηγή: ecopress.gr