
Παναγιώτης Γαλάνης,
Δικηγόρος Περιβαλλοντικού – Πολεοδομικού Δικαίου,
Διδάκτωρ και Μεταδιδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ
Διδάσκων Νομικής ΕΚΠΑ
www.pgalanislaw.gr
Η ανάκληση της υπαγωγής αυθαίρετης κατασκευής ή χρήσης στις διαδικασίες νομιμοποίησης που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία (ιδίως τους ν. 4495/2017 και ν. 4178/2013) αποτελεί κρίσιμο θεσμό στο πεδίο του πολεοδομικού δικαίου, καθώς συνιστά πράξη μείζονος σημασίας για την προστασία του δομημένου περιβάλλοντος αλλά και για τη διασφάλιση της χρηστής διοίκησης. Η υπαγωγή αυθαιρέτου σε καθεστώς τακτοποίησης ή εξαίρεσης από την κατεδάφιση παράγει ευεργετικά αποτελέσματα για τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο, υπό τον όρο της πλήρωσης των νόμιμων προϋποθέσεων. Όταν ωστόσο διαπιστώνεται ότι η υπαγωγή έγινε κατά παράβαση των ουσιαστικών ή τυπικών προϋποθέσεων του νόμου, η Διοίκηση έχει όχι απλώς τη διακριτική ευχέρεια αλλά την υποχρέωση να ανακαλέσει την υπαγωγή, σύμφωνα με τις γενικές αρχές της διοικητικής δικαιοσύνης και της νομιμότητας. Η πράξη ανάκλησης της υπαγωγής εκδίδεται αρμοδίως από την Υπηρεσία Δόμησης, κατόπιν ελέγχου που διενεργείται είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από καταγγελία. Η διαπίστωση της παρανομίας μπορεί να αφορά τόσο την αντικειμενική κατάσταση του αυθαιρέτου (π.χ. ύπαρξη σε μη επιτρεπόμενη ζώνη) όσο και ψευδή ή ανακριβή στοιχεία στη δήλωση υπαγωγής (όπως ψευδείς βεβαιώσεις μηχανικών).
Η πράξη ανάκλησης της υπαγωγής, ως δυσμενής ατομική διοικητική πράξη, προσβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο με ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ), σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 24 του ν. 4495/2017. Η προσφυγή αυτή έχει χαρακτήρα προδικαστικό και η άσκησή της αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την περαιτέρω άσκηση ένδικου βοηθήματος ενώπιον της διοικητικής δικαιοσύνης. Ο ενδιαφερόμενος καλείται να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της ανάκλησης επικαλούμενος είτε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε πλημμέλειες της διαδικασίας ελέγχου (όπως παραβίαση της αρχής της προηγούμενης ακρόασης ή ανεπαρκή αιτιολογία της ανάκλησης). Στην εξέταση της προσφυγής, το ΣΥΠΟΘΑ λειτουργεί ως όργανο πλήρους ουσιαστικής και τυπικής επανεξέτασης, δύναται δηλαδή να ελέγξει την ορθότητα των πραγματικών διαπιστώσεων της Διοίκησης και να κρίνει εκ νέου τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων της υπαγωγής. Η απόφαση του ΣΥΠΟΘΑ που αποφαίνεται επί της προσφυγής είναι δεσμευτική για τη Διοίκηση και επιδέχεται περαιτέρω δικαστικό έλεγχο με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου.
Η ανάκληση της υπαγωγής και η διαδικασία ενώπιον του ΣΥΠΟΘΑ θέτουν σε ευθεία αντιπαράθεση αφενός το δημόσιο συμφέρον για την προστασία του πολεοδομικού ιστού και του περιβάλλοντος και αφετέρου το ατομικό συμφέρον του ιδιοκτήτη για σταθερότητα των έννομων αποτελεσμάτων που δημιούργησε η υπαγωγή. Το δίκαιο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις δύο αυτές ανάγκες: η μεν ανάκληση επιτρέπεται μόνον υπό συγκεκριμένες συνθήκες και με πλήρη αιτιολόγηση, η δε προσφυγή στο ΣΥΠΟΘΑ διασφαλίζει ότι ο πολίτης έχει δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της νομιμότητας και προστασίας της θέσης του. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι η ανάκληση είναι επιτρεπτή και αναγκαία μόνο εφόσον η διατήρηση της υπαγωγής θα προσέβαλλε κατά τρόπο σοβαρό το δημόσιο συμφέρον ή θα συνιστούσε συνέχιση παρανομίας, και όχι απλώς λόγω αλλαγής εκτίμησης της Διοίκησης ή τυπικών ελλείψεων που δεν επηρεάζουν ουσιωδώς τη νομιμότητα της πράξης.
Πηγή: news.b2green.gr