Παναγιώτης Γαλάνης,
Δικηγόρος Περιβαλλοντικού – Πολεοδομικού Δικαίου,
Διδάκτωρ και Μεταδιδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ
Διδάσκων Νομικής ΕΚΠΑ
Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
www.pgalanislaw.gr

Η καταγγελία αυθαιρέτου αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό ελέγχου της πολεοδομικής νομιμότητας και διατήρησης της ισορροπίας του δομημένου περιβάλλοντος, δίνοντας στους πολίτες τη δυνατότητα να ενεργοποιήσουν τη Διοίκηση όταν διαπιστώνουν παραβίαση των κανόνων δόμησης. Σύμφωνα με την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία και ιδίως τις διατάξεις των ν. 4495/2017 και 4759/2020, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης (ΥΔΟΜ), όταν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη αυθαίρετης κατασκευής ή χρήσης που παραβιάζει την κείμενη πολεοδομική ή περιβαλλοντική νομοθεσία. Η καταγγελία μπορεί να είναι επώνυμη ή ανώνυμη, ωστόσο η πρακτική σημασία της είναι μεγαλύτερη όταν είναι επώνυμη, καθώς η ΥΔΟΜ υποχρεούται να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα για την εξέλιξη της υπόθεσης.

Η υποβολή καταγγελίας κινεί την υποχρέωση της Διοίκησης να ενεργήσει, ενεργοποιώντας τον ελεγκτικό μηχανισμό της. Η ΥΔΟΜ, κατόπιν της λήψης καταγγελίας, υποχρεούται να προχωρήσει σε αυτοψία εντός σύντομης προθεσμίας (που σύμφωνα με την εγκύκλιο 3/2019 του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν πρέπει να υπερβαίνει τον ένα μήνα), προκειμένου να διαπιστώσει αν πράγματι υφίσταται παράβαση. Σε περίπτωση διαπίστωσης αυθαίρετης κατασκευής ή χρήσης, η ΥΔΟΜ συντάσσει έκθεση αυτοψίας, εκδίδει πρωτόκολλο κατεδάφισης ή επιβολής προστίμου διατήρησης και χρήσης και ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές για τις περαιτέρω ενέργειες. Ειδικά για αυθαίρετα σε ευαίσθητες περιοχές, όπως αιγιαλούς, δάση, προστατευόμενες ζώνες και κοινόχρηστους χώρους, ενεργοποιούνται άμεσα διαδικασίες ενημέρωσης της Ειδικής Υπηρεσίας Κατεδαφίσεων και εφαρμογής ταχείας κατεδάφισης, χωρίς να απαιτείται προδικασία.

Η καταγγελία αυθαιρέτου, ωστόσο, δεν είναι αδιάφορη νομικά για τον καταγγέλλοντα. Αν και αποτελεί άσκηση δικαιώματος συμμετοχής στα κοινά και προστασίας του περιβάλλοντος, προστατευόμενου τόσο από το άρθρο 24 του Συντάγματος όσο και από το άρθρο 6 της Σύμβασης του Aarhus, η άσκησή της πρέπει να γίνεται με καλή πίστη και σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης. Καταχρηστική ή συκοφαντική καταγγελία, που υποβάλλεται με σκοπό την πρόκληση βλάβης σε τρίτους χωρίς πραγματική βάση, μπορεί να θεμελιώσει αστική ευθύνη του καταγγέλλοντος για αποζημίωση, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να στοιχειοθετήσει και ποινικά αδικήματα, όπως συκοφαντική δυσφήμηση ή ψευδή καταμήνυση.

Η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας της καταγγελίας συνδέεται στενά με την εύρυθμη λειτουργία της ΥΔΟΜ και την αποφασιστικότητα της Διοίκησης να επιβάλει την πολεοδομική νομιμότητα. Παρά ταύτα, στην πράξη παρατηρούνται σημαντικές καθυστερήσεις στην επεξεργασία των καταγγελιών, είτε λόγω έλλειψης προσωπικού, είτε λόγω διοικητικής απροθυμίας ή πίεσης από τοπικά συμφέροντα. Η αδράνεια της Διοίκησης να ενεργήσει μετά από καταγγελία γεννά δικαίωμα του καταγγέλλοντος να ασκήσει αναφορά στον Συνήγορο του Πολίτη, να ζητήσει επιβολή πειθαρχικής ευθύνης των αρμοδίων υπαλλήλων και σε ορισμένες περιπτώσεις να προσφύγει και στα διοικητικά δικαστήρια με αίτηση ακύρωσης για παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.

Η διαδικασία της καταγγελίας αυθαιρέτου αναδεικνύει εν τέλει την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στην προστασία του πολεοδομικού περιβάλλοντος, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί υπευθυνότητα, ακρίβεια και σεβασμό στα δικαιώματα των διοικούμενων, προκειμένου να διατηρείται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και της αποτροπής φαινομένων κοινωνικής όχλησης μέσω καταχρηστικών αναφορών.

Πηγή: news.b2green.gr